24/8/12

ΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ...


Ασφαλώς θα πρέπει να θυμόμαστε. Την καταστροφή, τους ανθρώπους που χάθηκαν, την απόγνωση, την οδύνη.

Αυτά που έγιναν μετά και αυτά που έμειναν στα λόγια
Λόγια, λόγια, υποσχέσεις ατελέσφορες.
Στο βωμό της σκοπιμότητας, της πελατείας που πάντα περιμένει τα ανταλλάγματα.
Τί δώσαμε, τί πήραμε.
Πέντε χρόνια μετά, τί άλλαξε; Τί απέμεινε από τον πόνο και την οργή; Μόνο αυτοί που έχασαν ανθρώπους ξέρουν. Αυτοί τί να πουν;
Ολοι οι άλλοι είναι λαλίστατοι. Κατανέμουν ευθύνες, ζητούν απολογισμούς, που πήγαν τα λεφτά.
Πού πήγαν τα λεφτά;
Πού πήγαν οι άνορωποι, τα δέντρα, τα ζώα, τα πουλιά;
Πού πήγαμε όλοι εμείς που μιλάμε με τόση ευκολία τέτοιες μέρες.
Καλύτερη η σιωπή, η περισυλλογή.

Πήραμε τη ζωή μας λάθος. Θ' αλλάξουμε ζωή;

5/8/12

Η Σαχάρα του Πηνειού

Φυτρώνουν και κρινάκια της άμμου στις παραλίες της Κυλλήνης.

Παραλίγο να βρέξει προχθές και να σταματήσει το βασανιστικό σερί υψηλών θερμοκρασιών και ξηρασίας που με βασανίζει έναν μήνα τώρα, αφότου γύρισα από τον ψυχρό και υγρό Βορρά. Τα σύννεφα όμως χάρισαν τις εκκρίσεις τους αλλού, κάτι ψιχάλες μόνο περίσσεψαν για το Νιοχώρι. Τουλάχιστον κατέβηκε η θερμοκρασία κάτω από τους 30 βαθμούς. Σαχάρα κοντεύουμε να γίνουμε, όλα έχουν στεγνώσει. Μέσα και έξω.
Δεν έχω παράπονο για τον κήπο μου, καταπράσινος είναι• το νερό του ηλειακού Πηνειού δεν αφήνει τον κάμπο να διψάσει. Αλλά οι γείτονές μου έχουν μαζέψει ό,τι ήταν να μαζέψουν και έχουν παρατήσει σύξυλα τα χωράφια τους, να συσσωρεύουν σκόνη και αγριόχορτα που τα μοιράζει απλόχερα και στους γείτονες ο άνεμος που γίνεται καυτός λίβας καθώς περνάει πάνω τους.

Θα μπορούσα να έχω γείτονα με καλαμπόκια, που τα ποτίζουν ακόμη, να με περιτριγυρίζει η υγρασία τους. Ανοίγουν τις βάνες και ξεχνούν να τις κλείσουν - τα αποτελέσματα τα βρίσκω στη θάλασσα, έχει χλωμιάσει από τα πολλά λιπάσματα.
Είτε έχουν τελειώσει με τις καλλιέργειες είτε τις συνεχίζουν ακόμη, το τελευταίο που ενδιαφέρει τους αγρότες του κάμπου είναι το περιβάλλον, το δικό τους περιβάλλον όπου ζουν και οργανώνουν την καθημερινότητά τους. Πλαστικά πεταμένα εδώ και εκεί, λάστιχα αυτοκινήτων και παλιοσίδερα αφημένα στην τύχη τους, τράφοι γεμάτοι αγριόχορτα στο μπόι ανθρώπου δίπλα στους δρόμους - και νταλίκες στο μέγεθος υπερωκεανίων να παρκάρουν στο κέντρο του χωριού. Μόνο οι παραλίες της Κυλλήνης είναι καθαρές - αυτό πρέπει να το παραδεχθούμε.

Σωτήριος για τον τόπο ο Πηνειός, αλλά ελάχιστοι σέβονται το μεγάλο δώρο του, το νερό από το φράγμα που τον τιθασεύει: στη διασταύρωση της Βάρδας κάποιος όχι μόνο πουλάει δεύτερης διαλογής φρούτα και λαχανικά που δεν πήραν οι έμποροι ακριβότερα από τα μανάβικα, αλλά έχει και σωλήνα που εκτοξεύει μέρα - νύχτα νερό προς τον ουρανό, κάπως σαν τον πίδακα στη λίμνη της Γενεύης. Τι τον νοιάζει; Μήπως πληρώνει; Γιατί να μην εκτοξεύει ασταμάτητα ο σωλήνας άχρηστους πίδακες που γιατρεύουν την έλλειψη άλλων; Και φυσικά, δεν κόβει αποδείξεις γι' αυτά που πουλάει ο εκτοξευτής. Η Ελλάδα τού τζάμπα που μισεί τη Μέρκελ και το μνημόνιο μεγαλουργεί.



Κοπιαστική ομοιοπαθητική
Προχθές το πρωί αγόρασα από τα Λεχαινά καινούργια σύνεργα: αξίνα, φτυάρι και «πατητό», κοφτερό φτυάρι που το πατάς από πάνω και χώνεται στο έδαφος, ειδικό για να ανοίγεις τρύπες και λάκκους στο έδαφος. Το απόγευμα έφτιαξα στον κήπο μου λάκκο για «κομποστοποίηση», όπως τη λένε σήμερα τη διαδικασία οργανικής αποδόμησης, για χώνεμα μιλάγαμε παλιότερα. Θα ρίχνουμε μέσα τα κατάλοιπα των τροφών να γίνονται λίπασμα.

Δεν είμαι τόσο φανατικός περιβαλλοντιστής, ομοιοπαθητική στο δεξί μου χέρι ήθελα να κάνω, που με ταλαιπωρεί εδώ και δύο χρόνια. Πονά συνεχώς, άλλοτε περισσότερο, άλλοτε λιγότερο, με σοβαρές συνέπειες και για το γράψιμο και για τα χάδια. Τενοντίτιδα, είπε ο ορθοπαιδικός, σε συνδυασμό με παλαιότατο κάταγμα στο άνω άκρο του βραχίονα, που το απέκτησα μικρός στη λεχαινίτικη παραλία, όταν με στρίμωξε ρόδα κάρου σε αρμυρίκι. Φταίει κυρίως η μονοκαλλιέργεια της γραφής, η συνεχής χρήση του δεξιού χεριού για το ποντίκι, τα βελάκια, τα Αlt, τα Ctrl. Είπα λοιπόν να εξασκήσω το χέρι και σε άλλες κινήσεις.

Eνα μέτρο μήκος, 50 πόντοι βάθος, 40 πλάτος. Είμαι πολύ περήφανος, ημερολόγιό μου, χρόνια είχα να κάνω χειρωνακτική δουλειά - το πολύ-πολύ ασφάλειες που καίγονταν να άλλαζα στο σπίτι. Κάπου δύο ώρες έσκαβα και φτυάριζα, κουράστηκα, έγινα μούσκεμα στον ιδρώτα. Κατάλαβα πόσο δύσκολο είναι να ανοίγεις τάφους και γιατί αποκαλύπτονται γρήγορα τα θύματα των εγκλημάτων: δεν αντέχουν να τους θάψουν βαθιά οι δολοφόνοι. Φυσικά, εγώ είχα φροντίσει να ποτίσω με νερό το χώμα για να σκάβεται εύκολα, δυνατότητα που δεν την έχουν πάντα οι δολοφόνοι.
Μου άρεσε η κόπωση που ένιωσα να σβήνει τα μέλη μου και να κάνει μούσκεμα το σώμα μου. Ξεπλύθηκα στο υπαίθριο ντους του κήπου. Το θετικό είναι ότι μετά απ' όλη αυτή τη διαδικασία το χέρι μου δεν με πονούσε περισσότερο, μπορεί η ομοιοπαθητική να είναι η λύση.

Τα πανεπιστήμια -Κερατέες
Εσκαβα και σκεπτόμουνα την Κερατέα, την άρνηση των κατοίκων της να δεχθούν τα απορρίμματα που θα θάβω εγώ στον κήπο μου - και τους πρυτάνεις που δικαιώθηκαν στον αγώνα τους, όπως οι Κερατιώτες. Οι του υπουργείου Παιδείας αυθέντες και πρώην ή μέλλοντες πρυτάνεις κκ. Αρβανιτόπουλος και Παπαθεοδώρου έδωσαν στις μικρές ομάδες που διοικούν τα πανεπιστήμια αυτά που ήθελαν - μεταξύ άλλων και να συνεχίσουν «τα εκλεκτορικά σώματα για τις κρίσεις πανεπιστημιακών να ορίζονται από τα τμήματα των ΑΕΙ με τη σύμφωνη γνώμη της αρμόδιας Κοσμητείας».

Τα τμήματα είναι η βασική ομάδα οικογενειακής αναπαραγωγής του Πανεπιστημίου - για τούτο και το Πανεπιστήμιο Αθηνών αρνήθηκε να καταργήσει το Τμήμα Κοινωνικής Θεολογίας που, ως γνωστόν, τα μέλη του αποτελούσαν διευρυμένη οικογένεια. Σε συμβολικό επίπεδο, θα ήταν σαν να είχε αποδεχθεί τον νόμο της Διαμαντοπούλου. Αλλά αφού οι Κερατιώτες με τη βία νίκησαν κράτος και νόμους, γιατί να μην το καταφέρουν πρυτάνεις; Κατοχυρώθηκε πλέον ότι καθένας μπορεί να ασκεί βία για να ακυρώνει αποφάσεις και νόμους που δεν τον συμφέρουν, λαμπρό μέλλον χρηστής διοίκησης ανοίγεται μπροστά μας.

Υπάρχει η δικλίδα της «σύμφωνης γνώμης» του κοσμήτορα, θα υποστηρίξουν οι επιτήδειοι, ημερολόγιό μου - σιγά μη διαφωνήσει ο κοσμήτορας με τη γνώμη των συγγενών του τμήματος που θα θέλουν να προσλάβουν νέους συγγενείς και φίλους: άλλη ενδιαφέρουσα αλλαγή του νόμου Διαμαντοπούλου είναι πως ο κοσμήτορας θα εκλέγεται πλέον και επομένως θα έχει την ανάγκη των ψήφων των τμημάτων.

Ολα θα είναι όπως ήσαν ως τώρα, η επιστήμη στα πανεπιστήμια συνεχώς θα προοδεύει και οι παραδοσιακοί οικογενειακοί-φιλικοί δεσμοί θα παραμείνουν ακατάλυτοι, να προστατεύουν τα πανεπιστήμια από τη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα των απρόσωπων θεσμών και κανόνων.

Καλλιεργώντας τον κήπο μας
Πότιζα τα λουλούδια μου με το ευλογημένο νερό του Πηνειού και σκεφτόμουν τα άνθη του κακού που φύτρωσαν στην πλατεία Συντάγματος: η Χρυσή Αυγή, που έχει περάσει επιτυχημένες εξετάσεις στην πλατεία Αγίου Παντελεήμονος, μοίρασε τρόφιμα σε αναξιοπαθούσες ελληνικές οικογένειες στην κεντρικότερη πλατεία της Αθήνας.

Μεγάλη μερίδα της Αριστεράς δεν ενδιαφέρεται αν λειτουργούν οι πόλεις - γι' αυτούς όλα είναι πεδία αντιπαράθεσης: οι δρόμοι είναι για να διαδηλώνουμε, οι πλατείες για να συγκεντρώνονται οι «Αγανακτισμένοι» και να αυτοκτονούν οι απελπισμένοι, να τους καπηλευόμαστε. Ολα κρίνονται από τη σκοπιά τού αν ευνοούν ή όχι τη συγκρουσιακή λογική τους. Τώρα όμως το δικαίωμα κατάληψης της πλατείας Συντάγματος το διεκδικεί και η Χρυσή Αυγή - ίσως τώρα μπορέσουμε να ξανασκεφθούμε για το αν οι δρόμοι έγιναν για να οργανώνονται διαδηλώσεις ή για να κυκλοφορούν οι πολίτες.
  • Σαν να έχουν περάσει αιώνες από τότε που ψήφισα και αποχώρησα. «Τι θα βρω όταν γυρίσω τέλη Ιουλίου, επαφίεται στη νοημοσύνη και στη φιλοπατρία των Ελλήνων» ήταν οι τελευταίες λέξεις που έγραψα στις σελίδες σου, ημερολόγιό μου. Και είμαστε σήμερα με κυβέρνηση τρικομματική, χώρα τρικάταρτη φρεγάδα, σαν εκείνο το πλοίο-φάντασμα που υπάρχει στους «Πειρατές της Καραϊβικής». Βουλιαγμένο αλλά ταξιδεύει γεμάτο εκτοπλάσματα.
Για τούτο αναζητώ τη στερεότητα, ημερολόγιό μου• τη βεβαιότητα της γης, των δέντρων του νερού. Ο Καντίντ του Βολταίρου γύρισε όλη τη γη ώσπου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι «πρέπει να καλλιεργήσουμε τον κήπο μας» - αν δεν βελτιώσει ο καθένας μας τον μικρόκοσμό του, η χώρα δεν θα γίνει καλύτερη.
(Αποσπάσματα από το ΕΠΤΑΗΜΕΡΟ ΤΟΥ ΔΙΟΔΩΡΟΥ (κατά κόσμον Δημήτρη Ψυχογιού) στο  σημερινό ΒΗΜΑ. που μας ενδιαφέρουν ιδιαιτέρως...)

22/7/12

Στον τόπο του Καρκαβίτσα

«Ο κάμπος ο κόσμος
El campo el mundo»
Εκδόσεις
Παρατηρητής της Θράκης
Κομοτηνή-Λεχαινά
Νοέμβριος 2011


Στον οδηγό του Στέφανου Ψημένου «Ανεξερεύνητη Πελοπόννησος», που κυκλοφόρησε το 1999 ως δεύτερος τόμος, μετά από εκείνον της Κρήτης, στη σειρά ταξιδιωτικών οδηγών με τον γενικό τίτλο «Ανεξερεύνητη Ελλάδα», τα Λεχαινά δεν υπάρχουν στο ευρετήριο. Ο αναγνώστης και επίδοξος ταξιδιώτης υποθέτει ότι η παράλειψη έγινε από αβλεψία, αφού μοιάζει απίθανο να μην αναφέρονται τα Λεχαινά σε έναν παρόμοιας έκτασης Οδηγό. Σύμφωνα με τις εγκυκλοπαίδειες, πρόκειται για κωμόπολη του νομού Ηλείας, που, μέχρι το 1999, ήταν η έδρα του ομώνυμου δήμου, με 3541 κατοίκους. Οπότε, όντας αγεωγράφητος, αρχίζει το φυλλομέτρημα του Οδηγού. Όπως πληροφορεί στην εισαγωγή ο Ψημένος, έκανε την αναγκαία έρευνα για την κατάρτιση του Οδηγού ως μηχανόβιος ταξιδιώτης και παρουσιάζει τον τόπο με βάση τις διαδρομές που ακολούθησε. Προβλέπονται, συνολικά, έξι διαδρομές, που χαρακτηρίζονται από το σημείο εκκίνησης, συν τέσσερις, αποκαλούμενες ορεινές. Βοηθούμενος από τον χάρτη, ο μελλοντικός ταξιδιώτης, για να εντοπίσει τα Λεχαινά, ανατρέχει  στη διαδρομή Πάτρα-Πύργου. Ακολουθώντας την Εθνική Οδό, διαβάζει για τα Βραχναίικα, που συνδυάζουν τα παλαιά πέτρινα σπίτια με τα φροντισμένα μπαρ, για το πολύ καλό ξενοδοχείο στο χωριό Καμίνια και το εξαιρετικό κάμπινγκ, λίγο παρακάτω, στην Κάτω Αλισσό. Επίσης, για την όμορφη κωμόπολη Κάτω Αχαγιά, και στη συνέχεια, για τη φτωχική Μανολάδα, με μόλις ένα βυζαντινό εκκλησάκι, αλλά και για την πολύκοσμη Βάρδα. Κάπου εδώ, επιτέλους, εντοπίζει τα Λεχαινά, τυπωμένα με μαύρα στοιχεία, όπως και όλοι οι άλλοι βασικοί σταθμοί. Είναι η πόλη που στοιχειώνει εξ απαλών ονύχων την φαντασία του χάρη στη “λυγερή” αλλά άτυχη Ανθή, την ηρωίδα του αγαπημένου του λεχαινιώτη συγγραφέα, την οποία, όντας αφόρητα ρομαντικός, την ταύτιζε ανέκαθεν με την υπαρκτή αλλά άπιστη Ιολάνδη, την αγαπημένη του Ανδρέα Καρκαβίτσα, που στάθηκε η αφορμή για να γραφτεί το μυθιστόρημα των Λεχαινών.
Ο Οδηγός πληροφορεί: “Τα Λεχαινά είναι η πατρίδα του Ανδρέα Καρκαβίτσα, αλλά αυτός δεν είναι λόγος για να επισκεφθείτε αυτή την άχαρη επαρχιακή πόλη.” Η πρώτη αντίδραση είναι η απογοήτευση. Όταν, όμως, διαβάζει τη φράση, που ακολουθεί, η απογοήτευση μετατρέπεται σε αγανάκτηση: “Αντίθετα, η Ανδραβίδα, μερικά χιλιόμετρα παρακάτω, διασώζει ένα ελάχιστο δείγμα από την παλιά της αίγλη.” Υπήρξε η περίφημη Andre Ville, η πρωτεύουσα του πριγκιπάτου του Μορέως. Άλλωστε και ο Δήμος Λεχαινών έδωσε τη θέση του στον Δήμο Ανδραβίδας-Κυλλήνης. Η ετυμηγορία του Οδηγού μπορεί να είναι και εκ του πονηρού, για να στρέψει το ενδιαφέρον του ταξιδιώτη στη γειτονική πολιτεία του ηλειακού κάμπου. Αν, όμως, αυτός αγανακτεί, πώς θα πρέπει να αισθάνονται οι τρεις χιλιάδες τόσοι κάτοικοι της πόλης; Κι αν όχι όλοι, τουλάχιστον η δράκα των διανοούμενων ή και η μεγαλύτερη ομάδα των αποκαλούμενων σήμερα ενεργών πολιτών; Το ερώτημα δράττεται της ευκαιρίας να το θέσει, όταν βρίσκεται  επί τόπου, γιατί, σε πείσμα του Οδηγού, αυτός ταξιδεύει στη γενέτειρα του συγγραφέα του.
Ως απάντηση, ένας από αυτούς, ο Τάκης Λαϊνάς του εγχειρίζει το φρεσκοτυπωμένο βιβλίο του. Καίτοι φανατικός θαμώνας των αθηναϊκών βιβλιοπωλείων, δεν το είχε επισημάνει. Με ένα τόσο πρωτότυπο εξώφυλλο, αν υπήρχε, ακόμη και καταχωνιασμένο, δεν θα περνούσε απαρατήρητο. Τον παραξενεύει ο εκδότης, όπου λανθάνει συνεννόηση Θράκης και Ηλείας. Λαθραία γεννιέται η σκέψη πως μια παρόμοια συνεργασία, ερήμην των Αθηνών, θα μπορούσε να αποτελέσει μέχρι και πολιτιστική πρόταση, αν όχι και πολιτική, προς απομόνωση της μολυσματικής εστίας, στην οποία, συν τω χρόνω, μεταμορφώνεται η ομφαλοσκοπούμενη πρωτεύουσα. Κατά τα άλλα, βρίσκει σχεδόν ποιητικό τον τίτλο. Δεν γνωρίζει, όμως, τι σημαίνει να έχεις γεννηθεί σε έναν κάμπο. Πόσο αντίστοιχη μπορεί να είναι η αίσθηση με εκείνη του νησιώτη. Ούτε είναι τόσο γεωγραφημένος, ώστε να μπορεί να σχεδιάσει στο χάρτη τη γραμμή που περικλείει τον ηλειακό κάμπο. Το βιβλίο τον βοηθάει: “Στην καρδιά του κάμπου, η Γαστούνη.” Γι’ αυτόν, μια ακόμη άγνωστη πόλη, κι αυτή μυθοποιημένη, χάρη σε έτερο προσφιλή συγγραφέα. Μόνο που εκείνον τον διάβασε πολύ αργότερα. Για την ακρίβεια, τον διάβασε και τον ξαναδιάβασε, μένοντας πάντα με την εντύπωση ότι μέρος από το νόημα τού διαφεύγει. Ο Οδηγός του Ψημένου στέκεται και για την Γαστούνη το ίδιο αποτρεπτικός: «...Τα σχόλια των παλιών περιηγητών για το ανθυγιεινό κλίμα της εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι σήμερα. Δεν έχετε λοιπόν λόγο να μείνετε εδώ...» Σε αυτήν την περίπτωση, δεν αναφέρει ούτε το όνομα του συγγραφέα. Πιθανώς από άγνοια, ίσως, όμως, και γιατί από τον Νίκο Καχτίτση δεν έμεινε κάποιο σπίτι. Άλλωστε, εκεί γεννήθηκε, αλλού μεγάλωσε κι αλλού έζησε. Όπως και να έχει, ούτε ποτέ κανείς σκέφτηκε να του στήσει ανδριάντα στη γενέτειρα ή κάπου αλλού. Μένει απορία μην και υπάρχει κανένας δρόμος στο όνομά του.
Επανερχόμαστε στον ηλειακό κάμπο και το βιβλίο: “Ο δικός μας κάμπος, ο δικός μας κόσμος ενιαίος και επικλινής, φωταγωγημένος ομοιόμορφα από τα Σαβάλια ως το Βουπράσιο.” Νυχτερινή η εικόνα του Λαϊνά, είναι “από την κατηφόρα προς Νεοχώρι”. Αναζητά ο αναγνώστης τα τρία ονόματα στο χάρτη. Οριακά σημεία του κάμπου που διασχίζει ο Πηνειός, σχηματίζουν ένα νοητό τρίγωνο. Ένα άλλο τρίγωνο, πολύ μικρότερο, είναι εκείνο των τριών κωμοπόλεων, Ανδραβίδα-Λεχαινά-Μυρσίνη, που παρουσιάζει ο συγγραφέας στο κεφάλαιο, με τίτλο, «Haca negra luna roja». Κατά τη γνώμη μας, το αρτιότερο ταξιδιωτικό κείμενο του βιβλίου. Για το διακειμενικό του άνοιγμα και την φραστική του πύκνωση, θα το ζήλευαν και δόκιμοι συγγραφείς. Εδώ, ο ισπανικός τίτλος παραπέμπει στον Φεντερίκο Γκαρσία Λόρκα. Προχωρώντας την ανάγνωση λύνεται και η απορία του ισπανικού δεύτερου μέρους του τίτλου του βιβλίου, που ο αθηναίος αναγνώστης θα μπορούσε να εκλάβει ως εκζήτηση. Διαβάζουμε: “Il campo, για τον Ιταλό καρπουζέμπορο και τις ουρές από τις νταλίκες στα βενζινάδικα... El campo, για την όμορφη Λατινοαμερικάνα με δυο παιδιά στο Σαν Ντομίγκο, που δουλεύει τα βράδια εισπράττοντας ένα μερίδιο από την επιδότηση των εσπεριδοειδών και του ελαιόλαδου.” Με αυτές τις φράσεις, ο συγγραφέας χαράζει τα ανθρωπογεωγραφικά όρια του κάμπου αλλά και του κόσμου του. Από τη μια, ο αντίπερα της Αδριατικής λαός, από την άλλη, τα μεταναστευτικά κύματα.
Ο Λαϊνάς, γεωπόνος το επάγγελμα, περιγράφει “το γούπατο του εύφορου κάμπου”, συνδυάζοντας την επιστημονική ακριβολογία με την βιωματική συγκίνηση. Επισημαίνει τα κακώς κείμενα, κάποτε καταγγελτικά, συχνότερα ειρωνικά, ποτέ όμως, με το συχνά απαντώμενο σύμπλεγμα του επαρχιώτη απέναντι στον Αθηναίο. Άλλωστε, αυτός αντιτείνει το ατού ενός Λεχαινιώτη: «Στις μικρές κοινωνίες που ζούμε η αντίδραση και ο συντηρητισμός έχουν όνομα και επώνυμο...» Παρομοίως, δεν υπάρχει ούτε ίχνος αγανάκτησης για τη δυσφήμηση του τόπου του από τον ταξιδιωτικό Οδηγό. Μάλιστα, η επίμαχη φράση τίθεται ως μότο στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, το αφιερωμένο στον Καρκαβίτσα και τα Λεχαινά. Σε αυτό, ωστόσο, δίνει, έστω και πλαγίως, την απάντηση. Καταρχάς αναπτύσσει τι σημαίνει “αυτοδιοικητική πολιτική-πρόταση” για την ανάδειξη ενός τόπου, τονίζοντας ότι πρέπει να προσεχτούν  τα ιδιαίτερα, συχνά και μοναδικά χαρακτηριστικά του. Για τα Λεχαινά αρκείται να αναφέρει τρεις ιδιαιτερότητες: Κοτύχι, Αλυκές, Καρκαβίτσας. Σε κάθε ένα αφιερώνει αυτοτελές κεφάλαιο.
Το Κοτύχι, μια τυπική μεσογειακή λιμνοθάλασσα, 7χλμ. βορείως, είναι ένας “επίγειος παράδεισος που περιμένει σωτηρία”. Και μόνο οι κατάλογοι  με τα ονόματα των μεταναστευτικών πουλιών και των ποικιλιών από πάπιες προδιαθέτουν για το παραδεισένιο του μέρους, θυμίζοντας κείμενο του Ν. Γ. Πεντζίκη. Εκείνος ήταν φαρμακοποιός το επάγγελμα. Μόνο που αυτός ο παράδεισος βρίσκεται ανάμεσα στις κοίτες του Πηνειού και του Λαρισσού, απειλούμενος από το φράγμα του πρώτου. Εξαιτίας του, τα εννέα λαγκάδια, που καταλήγουν στον υγροβιότοπο, φέρνουν περισσότερο γλυκό νερό. Κάτι η αλλαγή της ισορροπίας του νερού, κάτι οι φερτές ύλες και το μπάζωμα, το Κοτύχι απειλείται με αφανισμό.
Δεύτερη ιδιαιτερότητα, οι Αλυκές Λεχαινών, έκτασης 380 στρεμμάτων. Πρώην Αλυκές, αφού η ζήτηση για το χλωριούχο νάτριο στην εποχή των υδρογονανθράκων, τουτέστιν του πετρελαίου, μειώθηκε κατά πολύ. Μένουν, όμως, οι αμμοθίνες και τα οικοσυστήματα, οι μικροί γλάροι και οι κύκνοι, που, σήμερα, είναι τόσο αναγκαία για την επιβίωση όχι μόνο του τόπου αλλά όλων μας, όσο ήταν το αλάτι κάποτε. Εδώ, έχει εφαρμογή το φαινόμενο της πεταλούδας, που ανακαλύψαμε πρόσφατα και το μεταφέραμε από τη θεωρία του χάους στις χρηματοοικονομικές ισορροπίες. Από μια άποψη αναμενόμενο, στον οικονομισμό που έχει σαρώσει κάθε άλλη έγνοια στην εποχή μας. Ποιος διανοείται ότι χωρίς τουρίστες μπορεί και να επιβιώσουμε, ενώ, χωρίς αμμοθίνες και θαλερά οικοσυστήματα, θα αποβιώσουμε στα σίγουρα. Δυστυχώς, δεν είμαστε πτηνά αποδημητικά, να πετάξουμε σε άλλη γη σε άλλα μέρη.
Όσο για τον Καρκαβίτσα, μένει “ο παραβιασμένος αισθητικά ανδριάντας του στην κεντρική πλατεία”. Μένει, όμως, και ο ομώνυμος πολιτιστικός σύλλογος Λεχαινών, στον οποίο μετέχει ενεργά ο συγγραφέας από ιδρύσεώς του το ’70. Ο ταξιδιώτης μόλις τώρα πληροφορείται την ύπαρξή του. Όσο δραστήριος κι αν είναι ένας σύλλογος εκτός πρωτευούσης, όσο ενδιαφέρουσες κι αν είναι οι εκδηλώσεις που διοργανώνει, για να προβληθεί από μια αθηναϊκή εφημερίδα, θα πρέπει να έχει τις κατάλληλες διασυνδέσεις ή άκρες, κατά την έκφραση του συρμού. Στο βιβλίο, ο Λαϊνάς κάνει διάγνωση των προβλημάτων και προτείνει λύσεις. Γνωρίζει, πάντως, καθώς έχει αναμιχθεί στα κοινά ως νομαρχιακός και δημοτικός σύμβουλος και σήμερα, ως μέλος της τοπικής περιβαλλοντικής ένωσης, ότι οι κατέχοντες την εξουσία αγνοούν τον τόπο και τα μοναδικά κριτήρια για τις αποφάσεις τους είναι τα οικονομικά. Στην καλύτερη περίπτωση προς όφελος της χώρας, στην χειρότερη για ίδιον κέρδος.
Εκείνο που απήλαυσε ο ταξιδιώτης, κατά την ανάγνωση του βιβλίου, ήταν οι διαδοχικές στρώσεις από περιγραφές ενός παρελθόντος τρόπου ζωής, που εναλλάσσονται με θεωρήσεις μιας σημερινής κατάστασης, όπου τα πάντα έχουν ομοιογενοποιηθεί και ισοπεδωθεί. Η αφήγηση ζωντανεύει την ευδαιμονία ενός κόσμου, που είχε μέτρο στον τρόπο που ζούσε και στα πράγματα που έφτιαχνε, έστω κι αν στερείτο του μεγέθους των σημερινών υλικών αγαθών. Τελικά, κατέληξε πως άνθρωποι σαν και τον συγγραφέα, που περπατούν στα περιβόλια και το δάσος, που απολαμβάνουν το σαρανταήμερο, από του Αγίου Φιλίππου μέχρι τα Χριστούγεννα, αδιαφορώντας για την πιθανή ή μη επιμιξία χριστιανισμού-αρχαιότητας, τέλος, που πιστεύουν ότι η ζωή δεν είναι θέμα ποσότητας αλλά ποιότητας, θα έπρεπε να γράφουν τους ταξιδιωτικούς οδηγούς και όχι μόνο. 

Μ. Θεοδοσοπούλου