3/9/07

Θε μου, ούτε όλα σου τα καλά ούτε όλα σου τα κακά
Χρονικό του Θοδωρή Γκόνη *

Την Πέμπτη, μία μέρα πριν αρχίσει η μεγάλη καταστροφή, τρίζανε τα δέντρα, φώναζαν όσο προχωρούσε η μέρα όλο και πιο δυνατά. Η μητέρα μου έξω στην αυλή σήκωσε το κεφάλι της και είπε «Θε μου, ούτε όλα σου τα καλά ούτε όλα σου τα κακά». Κανείς δεν έδωσε σημασία.

Ο Βαγγέλης ο Αποστολόπουλος και ο Νίκος ο Μωραΐτης, φίλοι από τη Ζαχάρω, ετοιμάζονταν να πάνε στα λουτρά του Καϊάφα, στο δάσος της Στροφυλιάς, να πάρουν τη δροσιά τους. Σαράντα βαθμοί στη Ζαχάρω, τριάντα στου Καϊάφα. Για άλλη μια φορά θα τραγουδούσαν και ίσως επιτέλους να τελειοποιούσαν τις ιστορίες τους τις έμμετρες για τις λουτροπηγές, για τα νερά που εθεράπευαν «αλφούς και λεύκας και λειχήνας...».

Το μέρος όπου βλέπετε, το καταπληκτικό, το όμορφο, τη σιγαλιά που βασιλεύει χιλιάδες χρόνια τώρα, το 'κλεισε με την άμμο της η θάλασσα και έφτιαξε αυτή τη λίμνη την παράξενη με τις μυστήριες σπηλιές, με το βουνό της Σμέρνας και τα πυκνά τα πεύκα τα πανύψηλα.

Θα έπιναν, θα γέλαγαν, θα τέντωναν τα χέρια και τα πόδια τους κάτω από τις πυκνές σκιές, θα 'καναν τρέλες, θα κυλιόντουσαν σαν τα μικρά παιδιά κι ύστερα θα 'πιαναν τα άλλα τα τραγούδια τους, τα προσφιλή, τ' αγαπημένα από τον Στράβωνα και τα Απόκρυφα τα Ευαγγέλια.

Η κακοσμία που έχουν τα νερά είναι από το δηλητήριο της Λερναίας Υδρας. Εδώ ήρθαν οι καημένοι οι Κένταυροι, καλή ώρα σαν κι εμάς, κι έπλυναν τα τραύματά τους για να γιατρευτούν, αυτά που τους κατάφερε με τα βέλη του ο Ηρακλής.

Στη Λερναία Υδρα μέσα

βούτηξες κι εσύ μπαμπέσα

το χειλάκι σου

κι από Κένταυρος θα γίνω

το σκυλάκι σου

Θα 'ρθει μετά και το άλλο το τραγούδι, το ομώνυμο του Καϊάφα. Οταν ο Καϊάφας της Ιουδαίας, ταξιδεύοντας για τη Ρώμη όπου θα έδινε εξηγήσεις στον αυτοκράτορα για το κρίμα του, ναυάγησε στην ακτή της Ολυμπίας, βαριά τραυματισμένος και άρρωστος, λούστηκε σε αυτά εδώ τα νερά και έτσι πήραν αυτή την αφόρητη δυσοσμία «ίνα ούτω διαιωνισθεί η συνεπεία του προς το Θεό αμαρτήματος καταδίκη του».

Απ' τον Aννα στον Καϊάφα

Καλαματιανή

τι ψυχή θα παραδώσεις

στον κριτή.

Κι ενώ θα προχωράει η μέρα και τα τριξίματα από τα δέντρα θα γίνονται ακόμα πιο δυνατά, μερακλωμένοι θα ξανοιχτούν στα τοπωνύμια. Θα πάρουν τα διπλά, τα τρίδιπλα ονόματα στα χέρια τους, θα τεντώσουνε το δίχτυ, το φιλέ, θ' αρχίσουν το παιχνίδι τους: Μάκιστος - Μπαράκου και Κουμουθρέκα, Γρύλλος - Μούντριζα, Φιγαλεία - Ζούρτσα, Λέπρεον - Στροβίτσι, Φασκομηλιά - Μουντρά, Αμυγδαλιές - Ζελέχοβα, Δαφνούλα - Καλέτζι, Θολό - Θολό Ποτάμι, Σκυλλούντα - Μάζη, Χόχλακα - Χάσλακα, Ελληνικό - Λενικό, Πυργάκι στο Μπυργάκι...

Αλφειός - Ρουφιάς

Θέος, Ελος, Λούσιος

Λάδων, Ελισσών, Λευκίας

Τσεμπερούλα, Σελινούς...

Κρέστενα - Χρίσταινα...

«Απήρεν τους κι ανέβαινεν τα μέρη των Κρεστένων», Ανδρίτσαινα... Αρχαία Ολυμπία... Κρόνιο...

Κι εκεί καθώς μιλούν και φτερουγίζουν οι τόποι σαν τα τρελά πουλιά, ανοίγουν ξαφνικά τα δέντρα και τα χώματα, έρχεται μαύρο σύννεφο και παίρνει τα ονόματα απ' τα χείλη τους, φωτιά τους βάζει και τα καίει «Θε μου, ούτε όλα σου τα καλά ούτε όλα σου τα κακά».

Είκοσι Αραχαμιτάκια

«Στις 7 Αυγούστου 1825 οι στρατηγοί Μουράτ και Γαλίπ, με 2.500 τακτικούς και χιλίους ατάκτους, εκινήθησαν κατά του Ισαρι. Ετρεξε ο Σιώρης από τις Καρυές με 150 Ισαρέους, ασφάλισε τα γυναικόπαιδα, 500 ψυχές, σε ορεινή θέση, με 50 φρουρούς κι ωχυρώθη με τους άλλους 100 στην εκκλησιά του χωριού. Ο εχθρός τούς έζωσε. Από τις 9 το πρωί ώς τις 2 μετά το μεσημέρι αντέκρουσαν τις επιθέσεις των Τουρκο-αλβανο-αιγυπτίων.

»Ετρεξαν από Δραγουμάνου οι άλλοι, έπιασαν τα σπίτια, πολεμάν 4 ώρες. Οι Αλβανοί ωρμούσαν με λύσσα. Επεσαν και πληγώθηκαν 200. Οι Ελληνες εξώρμησαν όλοι μαζί από τα σπίτια, διέσχισαν τους εχθρούς, πήραν τα γυναικόπαιδα και πέρασαν στον Κραμποβό. Επεσαν 65 νεκροί να σώσουν τους αμάχους. Οι Τούρκοι έκαψαν το Ισαρι και γύρισαν στον κάμπο τον Καρυτινό.

»Του Μπραΐμη το πέρασμα ήταν τρομερό. Δέκα χιλιάδες Αιγύπτιοι, 5 χιλ. Αλβανοί και Τούρκοι και 2 χιλ. Μαμελούκοι! Κι άτακτοι, σκυλιά, καταδότες, εμπρηστές».

Είκοσι παιδιά ντόπια, Αραχαμιτάκια, μόνα τους, με τρακτέρ, με αυτοσχέδιες υδροφόρες και τα χέρια τους σώσανε το χωριό. Σηκώσανε τη φωτιά και τη διώξανε πέρα, πάνω απ' το φαράγγι του Ελισσώνα. Την πρόλαβαν πριν τρέξει προς το Μαίναλο. Τρεις μέρες τώρα γυρνούν χαϊλωμένα, καμένα, πεινασμένα. Κρύψανε στην Τρίπολη τις γυναίκες, τα μικρά παιδιά, τους γέροντες. Κατάφεραν και σώσανε τη Μεταμόρφωση, τα γλέντια, τις γιορτές τους.

Οι καστανιές καήκανε όλες απ' άκρη σ' άκρη. Δε θα 'χει φέτος κάστανα απ' τους Αραχαμίτες ούτε καρύδια και φιλέματα απ' τα μποστάνια του. Τα άσπρα περιστέρια του Παπαγιαννόπουλου κοιτούν τον μαύρο κάμπο, την Μπουτσικόλακα. Το χοντρό αλάτι που 'χαν απλώσει πάνω στους βράχους για να γλείφουνε τα ζωντανά τους, να μη διψούν, πέτρωσε, μαύρισε. Σαύρες, χελώνες και φιδοπουκάμισα καμένα. Το καθρεφτάκι το σπασμένο που 'χε σφηνώσει ο τσοπάνος έξω απ' το καλύβι του για να ξυρίζεται τις Κυριακές θόλωσε. Σπίτι δεν κάηκε κανένα εδώ κι ας μας εκύκλωσε η φωτιά. Τη διώξαμε. Στ' ανάθεμα.

Πιο κάτω στην Ασέα τα ίδια. Κι εδώ παλαίψανε οι άνθρωποι, πιαστήκανε στα χέρια «Ψηλά στου Διγενή τα κάστρα, στον τάφο του παλικαριού». Τους ξέφυγε η φωτιά προς το νεκροταφείο, το έκαψε ολόκληρο, μαύρισε σταυρούς και μάρμαρα, άνοιξε, βούλιαξε τάφους, γκρέμισε το οστεοφυλάκιο, σκόρπισε κατά γης και ανακάτεψε κόκαλα και νεκροκεφαλές. Ολοι μαζί αγκαλιασμένοι για άλλη μια φορά. Τι θλιβερό τούτο το ξαναντάμωμα!

Ο τάφος ο μεγάλος άντεξε, δε μαύρισε, δεν άνοιξε, κρατάει γερά το μυστικό του. Μόνο ο σταυρός στον άλλο τάφο απέναντι που 'ναι γραμμένο το όνομα της αδελφής του ΝΤΙΝΑ..., με κεφαλαία κι ανάποδα από την πίσω του πλευρά, για να κοιτάζει κι αυτόν και τη μάνα τους, μαύρισε, δάκρυσε.

Οι κερασιές καήκανε, το ίδιο κι οι καμπάνες. Ο κάμπος ώς την Κάτω Ασέα στάχτη. Δε θα κρεμάσουν κεράσια τα κορίτσια στα μαλλιά ούτε στ' αυτιά τους σκουλαρίκια κόκκινα. Τα χείλη τους θα τα ματώνουν με τα δόντια τους.

Δίπλα, στο Κεραστάρι τ' όμορφο, το πράσινο χωριό, η φωτιά τσουρούφλισε μόνο τα μουστάκια του. Γύρω-γύρω από το χωριό κάηκαν όλα, μαύρο χιόνι, τα σπίτια τους τα πάλεψαν, τα κέρδισαν, τα κράτησαν ορθά. Κανείς δεν έφυγε. Ολοι εκεί.

Απέναντι, στον Δήμο Φαλαισίας, Γραικού, Ανάβρυτος, Σκορτσινού, Σουλάρι, Ρούτσι, σπίτια, χτήματα, χωράφια, αμπέλια, μελίσσια, υποστατικά, όλα νεκρά, αφανισμένα. Ακόμα και στο Βουτσαρά, στον τόπο του, δεν μπόρεσε ούτε αυτός ο Δοξαπατρής ο γιγαντόσωμος ο άντρακλας να κάνει τίποτα, αυτός που το στήθος του ζύγιζε 150 λίτρες και το ρόπαλό του δεν μπορούσε κανείς να το σηκώσει, ο παλικαράς που τον ζωγράφισε ο Κόντογλου.

Οσοι έτρεξαν, όσοι ήταν εκεί βάλανε το στήθος τους μπροστά, προστάτεψαν τα σπίτια τους. Οσοι λείπανε, τα έχασαν, τα ρήμαξε η φωτιά. Για κάτι μαγκούφικα, ψηλά, παρατημένα, που τα 'χουν χτίσει οι Λαγκαδινοί, κι οι κληρονόμοι τους τσακώνονται και μαχαιρώνονται αδέλφια και ξαδέλφια…, έδωσε τη λύση τη δίκαιη, τα μοίρασε η φωτιά.

Στον δρόμο οι κολόνες της ΔΕΗ και του ΟΤΕ, τσακισμένες κρέμονται, πιασμένες από τα σύρματα σα χαρταετοί της Καθαράς Δευτέρας. Τα χελιδόνια, τα πουλιά δε βρίσκουνε πού να σταθούν, κοιτάζουν και απορούν. Οι γραμμές του τρένου, εδώ και τρία χρόνια σταματημένο, ξεκοιλιασμένες. Οι πινακίδες, οι ταυτότητες των χωριών σβησμένες με μαύρη γομολάστιχα…

Στ' Ανεμοδούρι μια γιαγιά ποτίζει τα βασιλικά της, τους κατηφέδες, τα λουλούδια της. «Δε μ' αφήνουνε να τα ποτίσω, δεν έχουμε άλλο νερό, αλλά τι να κάνω, είναι τα μόνα που μ' απόμειναν ζωντανά μες στα καμένα. Κόβω λίγο χειμωνιάτικο βασιλικό για να μυρίσω, ν' αναπνεύσω, να μην πνιγώ εδώ χάμου». Εφερε η φωτιά το χρώμα της φωνής στη θέση της, γύρισε η προφορά η άγια… «Καμιά βοήθεια από πουθενά. Σωθήκαμε από θαύμα, μείναμε με τη φωτιά, την κοιτάξαμε και σκιάχτηκε, το έβαλε στα πόδια. Πρόλαβε κι έκαψε τ' αμπέλια, το κρασί μας, τις συκιές, τα στάρια και τα φρούτα μας».

Στο Λεοντάρι όλα γύρω ρημαγμένα. Η μικρή πολιτεία σώθηκε. Στις άκρες καήκανε μονάχα λίγα σπίτια. Ισως τη βοήθησαν ο Νικηταράς που περπάτησε και πάτησε αρκετές φορές τα μέρη αυτά, κι αν είχε πατούσα αυτός, κι ο Κολοκοτρώνης που μικροπαντρεύτηκε κάποτε εδώ.

Τα ελικόπτερα με τους κουβάδες πετούν προς το Ισαρι που καίγεται, προς την Αγία Θεοδώρα, να σώσουν τα πουρνάρια τα αιωνόβια, που βγαίνουν μέσα απ' το ιερό της εκκλησίας. Οι πιτσιρικάδες, η μαρίδα στην πλατεία βάζει στοιχήματα, αν είναι ρώσικα ή ελληνικά, ποια είναι τα πιο γρήγορα, τα πιο αποτελεσματικά. Ρωσόφιλοι ανέκαθεν οι Αρκάδες, λόγω Κολοκοτρώνη, ποντάρουνε στα ρώσικα…

Στη Μεγαλόπολη οι καπνοί από τα φουγάρα στα τρία εργοστάσια της ΔΕΗ φαίνονται βάλσαμο μπροστά στις φλόγες που κατακαίνε τα χωριά και τα βουνά απέναντι. Τι κι αν εδώ έχουν τις πηγές τους οι τρεις μεγάλοι ποταμοί, Ευρώτας, Πάμισος και Αλφειός;

Μαύρα στόματα

και σιωπή ρημαγμένων σταυρών

στους λόφους…

* Ο στιχουργός - σκηνοθέτης Θοδωρής Γκόνης κατάγεται από την Αρκαδία.
(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 2/9/2007)

29/8/07

ΤΟ ΧΩΡΙΟΝ Ο ΠΟΘΟΣ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΙΑ

Το «Χωρίον ο Πόθος» υπάρχει κάπου κοντά στην Ολυμπία, στην Πελοπόννησο, και μας περιμένει να τελειώσουμε τον βίο μας αναστατωμένοι, μες σε αμπελώνες, σε πλατάνια και δροσερές πηγές. Μια περιπλάνηση σε γνώριμα μονοπάτια που όμως δεν μας οδηγούν στη χώρα που γυρεύουμε, αλλά σε μια πρωτοφανέρωτη μικρή πόλη 300 ανθρώπων που μας περιβάλλουν ευθύς αμέσως και μας κοιτάζουν περίεργα και βαθιά ερωτικά. Για να μας θυμίσουν με τη σιωπή τους άλλη μια φορά πως το «Χωρίον ο Πόθος» είναι ένα εξαντλητικό τέρμα. Ενα παιχνίδι επιστροφής.

Μάνος Χατζιδάκις «Μεγάλος Ερωτικός» 1977

Το Χωρίον ο Πόθος δεν υπάρχει πια, κύριε Χατζιδάκι, ούτε μας περιμένει. Δεν υπάρχουν πια ούτε οι αμπελώνες ούτε τα πλατάνια. Κάηκαν σήμερα, όταν έφτασε κι εκεί η φωτιά που καίει 4 μέρες τα χωριά της Πελοποννήσου. Από τους 300 κατοίκους που κοιτάζουν περίεργα και βαθιά ερωτικά, είχαν απομείνει μόνο λίγοι ηλικιωμένοι, από αυτούς που δεν εγκαταλείπουν το χωριό τους ούτε όταν κινδυνεύει η ζωή τους. Για αυτούς το «Χωρίον ο Πόθος» είναι ένα εξαντλητικό τέρμα. Για εμάς τους υπόλοιπους που το είδαμε από τον καναπέ μας στην τηλεόραση να καίγεται ήταν ένα παιχνίδι επιστροφής μετά από τριάντα χρόνια σε ό,τι ερωτευτήκαμε, εκθειάσαμε και τελικά προδώσαμε για ένα διαμέρισμα στη νεφούπολη. Διανύουμε μέρες εθνικής κατάθλιψης λόγω των πυρκαγιών που μπήκαν στα σπίτια μας μέσω της τηλεόρασης. Οσοι νομίζουν ότι η κατάθλιψη είναι αίτιο και όχι σύμπτωμα, ψάχνουν για αντικαταθλιπτικά στα ράφια των φαρμακείων. Οι άλλοι ξέρουμε ότι υπάρχει διέξοδος: είναι αυτός ο ζωογόνος πόθος να επιστρέψουμε και να ξαναφτιάξουμε τα καμένα σπίτια μας, να ζωντανέψουμε την καμένη γη και με την πρώτη άνοιξη της αυλής μας να... λυτρωθούμε.

Αναστασία Βενετσάνου


ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 29/08/2007

ΑΣΥΜΜΕΤΡΗ ΧΩΡΑ

Του Νικου Γ. Ξυδακη

Ασύμμετρη απειλή... Ναι, ασύμμετρα είναι τα σπασμένα τηλεφωνήματα φίλων από τα Στύρα, από το Μαρμάρι, το Οίτυλο, τα Καλύβια, τα Λεχαινά, την Ασέα· ασύμμετρες είναι οι αλλαγμένες τους φωνές, οι σιωπές, η σταχτερή θλίψη που σκεπάζει τα απείραχτα θέρετρα, τις αμέριμνες λουτροπόλεις, τα νησιά, ασύμμετρη η στάχτη της Πελοποννήσου που σκεπάζει ολόκληρη τη χώρα, σιωπηλή, διαρκής ενοχή, διαρκής υπόμνηση.

Ασύμμετρη είναι η απώλεια του Κρόνιου Αλσους (και ο Επικούρειος Απόλλων στις Βάσσες μόλις σώθηκε, μόνος του). Καήκανε οι κερασιές της Αρκαδίας, πάνε οι καρυδιές, μουρμούριζε ξέπνοος ο Θοδωρής – μαζί με τους ανθρώπους θρηνούσε και την ψυχή του τόπου, κατακαμένη και κυνηγημένη.

Ασύμμετρη χώρα. Με ασύμμετρους ηγέτες, μοιραίους και άβουλους, με πανευρωπαϊκό ρεκόρ στα Πόρσε Καγιέν, πανευρωπαϊκό ρεκόρ στις ακάλυπτες χωματερές, με πανευρωπαϊκό ρεκόρ τώρα και στις πυρκαγιές και στους θανάτους από πυρκαγιά.

Ασύμμετρη Ελλάδα. Που κάνεις λαμπρούς Ολυμπιακούς, το 2004, με μια μονάχα πυρκαγιά απ’ τα πυροτεχνήματα του πάρτι, και λαμπαδιάζεις συγκλαδοκορμόριζη δύο μήνες ατέλειωτους προεκλογικούς, το μαρτυρικό καλοκαίρι 2007. Ιδια είσαι τότε και τώρα; Ιδια, άνιση, αντιφατική, μοιραία, ικανή για το άλμα, ικανή για την καταβύθιση.

Ασύμμετροι Ελληνες. Ράθυμοι καταφερτζήδες, κυνικοί ατομιστές, που εξυψώσατε την ατσιδοσύνη και κλείσατε το μάτι στη λαμογιά, που προσκυνήσατε την καταπάτηση και τη βαφτίσατε real estate, που ζηλέψατε τον μαυραγορίτη και τον φοροκλέφτη, που χρόνια τώρα τιμάτε με την ψήφο σας τον φαύλο και ανεχθήκατε υστερόβουλα τον ανάξιο. Μοιραίοι και άνισοι, που δεν στέρξατε να προσφέρετε ψίχουλο στο Κοινόν των Ελλήνων, μα τα ζητάτε όλα από το κράτος – πατερούλη και εκμαυλιστή.

Ασύμμετρε συνέλληνα, συμπολίτη, συνάνθρωπε, ας αφουγκραστούμε τώρα τη σιωπή της φρυγμένης γης. Νιώθουμε τη στάχτη της ξεκούρδιστης κοινωνίας, βλέπουμε στις οθόνες ανδρείκελα, κομμένες κεφαλές, διαρκείς υπομνήσεις της ενοχής, της δικής τους, και του δικού μας μικρού μερδικού.

Ας σκεφτούμε ποιοι είμαστε, εδώ που φτάσαμε. «Aπό το μαύρο σύγνεφο κι’ από τη μαύρη πίσσα», από την «άπειρη ερμιά» του σολωμικού Μεσολογγίου, εμείς οι άνισοι και μοιραίοι έχουμε να φτιάξουμε μια Πελοπόννησο, μια Εύβοια, μια Ρούμελη, μια χώρα, όχι ασύμμετρη πια, όχι απειλούμενη διαρκώς από τους φαύλους ηγέτες και τους φαύλους εμάς, αλλά αρμονική και απλή, σύμμετρη προς την ανάγκη, σύμμετρη στην επιθυμία. Σύμμετρη χώρα.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 28/9/2007

ΤΑ ΡΟΥΧΑ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΡΟΠΟΥΛΗ

Δεδομένου του καινούργιου κοκτέιλ αποβλάκωσης, που απαιτεί ίση δόση τρόμου και κωμωδίας, μια θεωρία συνωμοσίας πρέπει να είναι ασαφής, ώστε, ακόμη κι αν έχει βάση, η βάση αυτή να παραμένει ανεντόπιστη - επειδή, ακριβώς, αν υπάρχει, δεν μπορεί παρά να είναι προφανής. Κι αυτό πάλι σημαίνει ότι αποκλείεται ο βοσκός που φωνάζει «λύκος» να είδε όντως λύκο - γιατί, αν όντως είδε, δεν θα μπορούσε να το πει: θα έδειχνε εκείνο ακριβώς που πρέπει να κρύψει... Τι απομένει; Η αποτύπωση, σε επίπεδο «θεωριών», της γενικευμένης λοβοτομής. Μες στις στάχτες που βρέχει ο ουρανός επί δικαίους και αδίκους, οι πολίτες της δημοκρατίας αφήνονται ελεύθεροι να διαλέξουν αν μας κατέκαψαν: α) οι Τούρκοι, που δεν ξεπέρασαν την απόσυρση του Ιμπραήμ και που έτσι κι αλλιώς, διαχρονικά, μισούν την Ελλάδα, β) οι μετανάστες, γιατί δεν είναι Ελληνες κι επιπλέον μας απεχθάνονται τόσο που να μας στραβοκοιτάζουνε όταν τους ρίχνουμε απ' τις καφετέριες στο δρόμο, γ) οι δωδεκαθεϊστές, δ) εβραϊκά διαστημόπλοια από το Αλφα του Κενταύρου, ε) εξωγήινοι για λόγους προσομοίωσης των συνθηκών: εύκολα τώρα θ' αποικίσουν τη Μάνη, στ) άτομα που κινούνται «στις παρυφές του αντιεξουσιαστικού χώρου», εκεί όπου θα δει ο καθένας, αν διαθέτει την οξυδέρκεια του δημάρχου Αθηναίων, ν' ανθίζει μια «νέα μορφή τρομοκρατίας». (Κουκουλοφόροι είχαν εντοπιστεί μες στα δάση και τα φαράγγια, βεβαίως, εδώ και καιρό - αλλά τους περάσαμε για γριές που ανάβουν καντήλια.) Σημασία έχει εν προκειμένω η αναξιολόγητη ανάμιξη: η τάση να γινόμαστε γελοίοι μες στη συφορά. Αυτή όμως η τάση, αν προεκταθεί, συναντά τον εμπεδωμένο κυνισμό: Το ν' αστειεύεσαι εξ αντικειμένου (υπογραμμίζω: εξ αντικειμένου) με τους νεκρούς και την καταστροφή του τόπου σου είναι το τελικό προϊόν, μετά τις διαδοχικές αποστάξεις του life style... Κι αυτό τον κυνισμό τον είδαμε σ' όλες τις εκφάνσεις του αυτές τις μέρες: από το επίδομα στους πυροσβέστες ώς την εμφάνιση (πάνω στ' αποκαΐδια) δημοσκοπήσεων...

Ισως θα 'πρεπε, στο πλαίσιο του κυνισμού (στο επίκεντρό του μάλιστα), ν' αρκεστώ «μια απ' αυτές τις μέρες, να βάλω τ' ακουστικά, μουσική, και να περπατήσω στο Πήλιο, στη Μάνη, στον Καϊάφα, σε μέρη που αγαπήσαμε και έτσι ξαφνικά και ανεξήγητα χάσαμε αυτό το τραγικό καλοκαίρι που δε λέει να τελειώσει»... Μα - τον παλιό καλό καιρό, τι στ' αλήθεια αγαπήσαμε;

Βλέπαμε δάση - γιατί αν λέγαμε ότι βλέπουμε στάχτες, θα μας έπαιρναν για βλάκες: «μόνο όποιος είναι έξυπνος, βλέπει τα καινούργια ρούχα του αυτοκράτορα». Τα παμπάλαια δάση, σ' αυτό το ανατριχιαστικό, διαλεκτικό παιχνίδι με το χρόνο, που αποτελεί την ψυχή του Θεάματος, ήσαν «τα καινούργια ρούχα του καπιταλισμού» - ενώ, στην πραγματικότητα, ήσαν το φως ενός απόμακρου άστρου, που φτάνει ώς εμάς ενώ το ίδιο το άστρο έχει κιόλας σβήσει... Θαυμάζαμε αυτήν τη φορεσιά, κάναμε ράφτινγκ και τουρισμό, ενώ, κρυμμένη απ' τα μάτια μας, κρυμμένη επειδή δεν θέλαμε να τη δούμε, η στάχτη απλωνόταν: Τι απ' όσα χάσαμε δεν ήταν αμετάκλητα καταδικασμένο; Τώρα - απλώς, το παιδάκι του Ηράκλειτου έδειξε με το δάχτυλο: «Κοιτάξτε! Στάχτες, κι αποκαΐδια, και απανθρακωμένα πτώματα. Κοιτάξτε: η πεμπτουσία της εμπορευματοποιημένης γης και της λεηλατημένης ζωής - και της περιφοράς του τυμπανιαίου πτώματός τους από κανάλι σε κανάλι. Κοιτάξτε: μικρή σαν μπαλάκι του γκολφ στον Καϊάφα, αποχαρακτηρισμένη σαν ελατόδασος της Πάρνηθας, διαβρωμένη από την ακηδία, ειδάλλως την κατάθλιψη, αποπροσανατολισμένη σαν το μίσος για τους μετανάστες, δειλή, μοιραία κι άβουλη σαν κυβέρνηση και σαν αντιπολίτευση μαζί - η αυριανή σας κάθε μέρα. Ετσι όπως ακριβώς όλοι τη διαλέξατε, την ψηφίσατε και την επικυρώσατε αποστρέφοντας το βλέμμα, αναμασώντας τις σκέψεις που άλλοι έκαναν, βουλιάζοντας μες στην αποκτήνωση και την αυτοπεριφρόνηση μαζί»...

«Ο κρατικός μηχανισμός διαλύθηκε», ναι - αλλά μες στη νεοφιλελεύθερη αερολογία: Η διάλυση που είδαμε ήταν απλώς η απτή (αλίμονο, απτή πιά!) απόδειξη. «Σχέδιο εμπρησμών» ίσως και να υπάρχει - γενικευμένο, εννοώ: Οι νέες, διάχυτες μορφές power game έχουν και πίσω όψη, που οι μυστικές υπηρεσίες είναι μια εκδοχή του. Αλλά η αποθάρρυνση, το μούδιασμα που προκαλεί ένας αόρατος Εχθρός- όλ' αυτά ήσαν κιόλας εμπεδωμένα... Η σχέση αιτίου-αιτιατού πρέπει επειγόντως ν' αναστραφεί: οι προσφυγοποιημένοι πληθυσμοί της Πελοποννήσου ήσαν ήδη πρόσφυγες, οι καλλιέργειες είχαν ήδη καταστραφεί, τα νερά είχαν ήδη μολυνθεί - κι αν η δημοκρατία μας δέχεται επίθεση, ήταν ήδη ηττημένη. Οι πυρκαγιές ήσαν απλώς η εκπύρωση... Μα ίσως μπορέσουμε, αύριο, να κάνουμε πως δεν καήκαμε - αν έτσι μας πουν οι καταμεσίς στ' αποκαΐδια, την οσμή θανάτου και τους καταυλισμούς στημένες τηλεοράσεις.


ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 29/08/2007